Ν.3850/2010 (ΦΕΚ 84/02.06.2010 τεύχος Α) Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων.


Τα μέτρα για την ασφάλεια, την υγεία και την υγιεινή κατά την εργασία σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγονται την οικονομική επιβάρυνση των εργαζομένων.

.
  • Κοινοποίησε σε:

Σύμφωνα με τον εργατολόγο δικηγόρο Γιάννη Καρούζο δεν μπορεί να αναλαμβάνουν το κόστος διενέργειας των rapid test οι εργαζόμενοι, είτε είναι εμβολιασμένοι είτε όχι, μιας και ο εργοδότης είναι εκείνος που επωφελείται από την εργασία τους .

 Σημαντικές επιπτώσεις στις εργασιακές σχέσεις καθώς ανοίγει ο δρόμος για μειώσεις μισθών και απολύσεις για τους ανεμβολίαστους εργαζόμενους φέρνουν τα νέα μέτρα της κυβέρνησης που θα ισχύσουν μέχρι τον Μάρτιο του 2022.

Παράλληλα απαιτείται αλλαγή του νόμου 3850/2010 του Κώδικα για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων, σύμφωνα με την οποία ρητά προβλέπεται ότι «τα μέτρα για την ασφάλεια, την υγεία και την υγιεινή κατά την εργασία σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγονται την οικονομική επιβάρυνση των εργαζομένων» προκειμένου οι εργαζόμενοι να πληρώνουν από την τσέπη τους το rapid test.

Σύμφωνα με τον εργατολόγο δικηγόρο Γιάννη Καρούζο δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαιοπολιτικά ορθό να αναλαμβάνουν το κόστος διενέργειας των διαγνωστικών εξετάσεων οι εργαζόμενοι, είτε είναι εμβολιασμένοι είτε όχι, μιας και, αφενός ο εργοδότης είναι εκείνος που επωφελείται από την εργασία τους και αφετέρου ορίζεται σε νόμο ότι «τα μέτρα για την ασφάλεια, την υγεία και την υγιεινή κατά την εργασία σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγονται την οικονομική επιβάρυνση των εργαζομένων».

Επίσης όπως επισημαίνει ο. κ. Καρούζος η μη ανταπόκριση του ανεμβολίαστου εργαζομένου στην παραπάνω υποχρέωση έχει επιπτώσεις σε συμβατικό επίπεδο, αν αναλογιστεί κανείς ότι η εργοδοτική πλευρά μπορεί να προβεί σε μείωση μισθού για την ημέρα ή τις ημέρες εργασίας, στις οποίες ο ανεμβολίαστος εργαζόμενος δεν ανταποκρίνεται στην υποβολή του προαναφερόμενου διαγνωστικού ελέγχου.

Οι ανακοινώσεις σύμφωνα με τον εργατολόγο είναι προφανές ότι επιδρούν άμεσα στις εργασιακές σχέσεις, καθώς αυτές, όταν αποκτήσουν ισχύ νόμου, δημιουργούν ex lege υποχρέωση σε εργαζομένους τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα. Επί της παρούσης επικεντρώνεται η προσοχή στο χώρο του ιδιωτικού τομέα και εξετάζεται από νομική άποψη τόσο το περιεχόμενο της υποχρέωσης διενέργειας εργαστηριακού rapid test αντιγόνου κάθε εβδομάδα όσο και οι έννομες συνέπειες στην περίπτωση αθέτησής της.

Από τη μια πλευρά προβληματίζει έντονα ότι οι ανεμβολίαστοι εργαζόμενοι, όχι μόνο υποχρεώνονται μία ή δύο φορές, ανά περίπτωση, κάθε εβδομάδα να υποβάλλονται σε εργαστηριακό τεστ σε ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα, αλλά οφείλουν να αναλαμβάνουν και το οικονομικό κόστος αυτών.

Δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαιοπολιτικά ορθό να αναλαμβάνει το κόστος διενέργειας των διαγνωστικών εξετάσεων οι εργαζόμενοι, είτε είναι εμβολιασμένοι είτε όχι, μιας και, αφενός ο εργοδότης είναι εκείνος που επωφελείται από την εργασία τους και αφετέρου το περιεχόμενο της υποχρέωσης αυτής αντίκειται ευθέως στη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 10 Ν. 3850/2010 του Κώδικα για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων, σύμφωνα με την οποία ρητά προβλέπεται ότι «τα μέτρα για την ασφάλεια, την υγεία και την υγιεινή κατά την εργασία σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγονται την οικονομική επιβάρυνση των εργαζομένων».

Από την άλλη πλευρά, η μη ανταπόκριση του ανεμβολίαστου εργαζομένου στην παραπάνω υποχρέωση έχει επιπτώσεις σε συμβατικό επίπεδο, αν αναλογιστεί κανείς ότι η εργοδοτική πλευρά μπορεί να προβεί σε μείωση μισθού για την ημέρα ή τις ημέρες εργασίας, στις οποίες ο ανεμβολίαστος εργαζόμενος δεν ανταποκρίνεται στην υποβολή του προαναφερόμενου διαγνωστικού ελέγχου.

Δεν αποκλείεται, βέβαια, και η περίπτωση που ο εργοδότης, διαβλέποντας τη μη δυνατότητα απασχόλησης του ανεμβολίαστου εργαζομένου σε άλλη θέση εργασίας και τη δημιουργία εξ’ αυτού του γεγονότος σοβαρής δυσλειτουργίας στην επιχείρηση, να προβεί στην άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας είτε τακτικής, αν αφορά σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, είτε έκτακτης, αν αφορά σε σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου για σπουδαίο λόγο. Σε κάθε περίπτωση η νομιμότητα της ενδεχόμενης άσκησης του δικαιώματος της καταγγελίας είναι αρμοδιότητα των δικαστηρίων.

Αξιολογώντας το περιεχόμενο των ανακοινώσεων του κ. Υπουργού Υγείας ο κ. Καρούζος υπογραμμίσει "δε μας βρίσκει σύμφωνους η υποχρέωση των ανεμβολίαστων εργαζομένων του ιδιωτικού και του δημοσίου τομέα να υποβάλλονται τόσο συχνά σε διαγνωστικές εξετάσεις για COVID-19 και μάλιστα να αναλαμβάνουν οι ίδιοι το κόστος αυτών. Θεωρούμε ότι ειδικά οι επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα θα πρέπει πρωτίστως να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες για την προσαρμογή της λειτουργίας των επιχειρήσεών τους στη σοβαρή υγειονομική κρίση.

Αυτό σημαίνει ότι κάθε επιχείρηση θα πρέπει να δημιουργεί δικά της υγειονομικά πρωτόκολλα λειτουργίας, τα οποία να συμβαδίζουν με την κείμενη νομοθεσία. Για την επίτευξη αυτού του εγχειρήματος καίρια είναι η συμβολή και του γιατρού εργασίας για τις επιχειρήσεις που απασχολούν ετησίως άνω των 50 εργαζομένων αλλά και η σύμπνοια ανάμεσα στον εργοδότη και στα επιχειρησιακά σωματεία των εργαζομένων. Θα πρέπει να καλλιεργείται πνεύμα συλλογικής ρύθμισης των θεμάτων που απασχολούν τη λειτουργία της επιχείρησης".

Αναφορικά με το ζήτημα της αντιμετώπισης του ευαίσθητου θέματος των ανεμβολίαστων εργαζομένων απαιτείται όπως αναφέρει "η παρότρυνση για εμβολιασμό οφείλει να είναι κύριο μέλημα της εργοδοτικής πλευράς. Αυτό μπορεί να συμβεί με την πλήρη ενημέρωση των ανεμβολίαστων εργαζομένων και τη διασκέδαση των ενδεχόμενων επιφυλάξεών τους για τον εμβολιασμό κατά του COVID-19. Τέλος, αν η Πολιτεία θεωρήσει σκόπιμη την παρέμβασή της στο εργασιακό γίγνεσθαι, αυτή θα πρέπει να γίνει, όχι με αποσπασματικό τρόπο, αλλά με συστηματικό τρόπο αναμορφώνοντας τον Κώδικα για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων (Ν. 3850/2010)".

 Ν.3850/2010 (ΦΕΚ 84/02.06.2010 τεύχος Α)
Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων.

 

Σύμφωνα με την παρ.10 του άρθρου 12 του Ν.4071/12: "10.Για την προαγωγή της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων κατά την εργασία, σύμφωνα με τα οριζόμενα από τις διατάξεις του ν. 3850/2010, είναι δυνατή η σύναψη συμβάσεων μίσθωσης έργου ή παροχής υπηρεσιών από τους ΟΤΑ με ιατρό εργασίας και τεχνικό ασφαλείας, κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 2527/1997 όπως ισχύουν, και εφόσον ο φορέας δεν διαθέτει τακτικό προσωπικό για την αντιμετώπιση της ανάγκης αυτής.
Νομίμως έχουν καταρτισθεί συμβάσεις μίσθωσης έργου ή παροχής υπηρεσιών μεταξύ ΟΤΑ και ιδιωτών για τη διασφάλιση της υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων βάσει των διατάξεων του ν. 3850/2010, καθώς και του προϊσχύσαντος ν. 1568/1985".

ΥΠ.ΕΣ. οικ.44363/23.11.2012 Παροχή υπηρεσιών προστασίας και πρόληψης-εφαρμογή διατάξεων άρθρου 12 παρ.10 ν.4071/2012.

Υπ. Εργασίας, Κοιν. Ασφ. Πρόνοιας 29175/1132/24.12.2012 Εφαρμογή διατάξεων ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων στα προγράμματα κοινωφελούς χαρακτήρα του Ε.Π. «Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού 2007-2013»




Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΕΡΓΟΔΟΤΩΝ - ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ

Αρθρο 42

Γενικές υποχρεώσεις εργοδοτών

1.Ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων. [1]

2.Αν ο εργοδότης προσφεύγει σε άτομα εκτός της επιχείρησης ή σε ΕΞ.ΥΠ.Π. για την ανάθεση των καθηκόντων τεχνικού ασφάλειας ή/και ιατρού εργασίας, αυτό δεν τον απαλλάσσει από τις υποχρεώσεις του στον τομέα αυτό.

3.Οι υποχρεώσεις του τεχνικού ασφάλειας, του ιατρού εργασίας και των εκπροσώπων των εργαζομένων δεν θίγουν την αρχή της ευθύνης του εργοδότη.

4.Ο εργοδότης επίσης οφείλει να θέτει στη διάθεση των εκπροσώπων των εργαζομένων επαρκή απαλλαγή από την εργασία χωρίς απώλεια αποδοχών, καθώς και τα αναγκαία μέσα προκειμένου να μπορούν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις κείμενες διατάξεις και τον παρόντα κώδικα. Ο χρόνος απαλλαγής από την εργασία, συνολικά για όλους τους εκπροσώπους των εργαζομένων, δεν μπορεί να είναι μικρότερος από το ένα τρίτο (1/3) του ελάχιστου χρόνου απασχόλησης τεχνικού ασφάλειας σύμφωνα με το άρθρο 21. Στο χρόνο αυτό δεν προσμετράται ο χρόνος των συνεδριάσεων της παραγράφου 2 του άρθρου 5.

5.Στο πλαίσιο των ευθυνών του ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων.

  1. Ο εργοδότης υποχρεούται:

α) να φροντίζει ώστε να προσαρμόζονται τα μέτρα της προηγούμενης παραγράφου ανάλογα με τις μεταβολές των περιστάσεων και να επιδιώκει τη βελτίωση των υφιστάμενων καταστάσεων,

β) να εφαρμόζει τις υποδείξεις των επιθεωρητών υγείας και ασφάλειας και γενικά να διευκολύνει το έργο τους μέσα στην επιχείρηση κατά τους ελέγχους,

γ) να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων,

δ) να γνωστοποιεί στους εργαζομένους τον επαγγελματικό κίνδυνο από την εργασία τους,

ε) να καταρτίζει πρόγραμμα προληπτικής δράσης και βελτίωσης των συνθηκών εργασίας στην επιχείρηση, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως, την οργάνωση της εργασίας, τις κοινωνικές σχέσεις, περιβαλλοντικούς και τεχνολογικούς παράγοντες, αλλά και ψυχοκοινωνικούς κινδύνους,

στ) να εξασφαλίζει τη συντήρηση και την παρακολούθηση της ασφαλούς λειτουργίας μέσων και εγκαταστάσεων,

ζ) να ενθαρρύνει και διευκολύνει την επιμόρφωση και εκπαίδευση των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους, σύμφωνα με τα άρθρα 22 και 48,

η) να λαμβάνει συλλογικά μέτρα προστασίας των εργαζομένων και

θ) να αξιολογεί ψυχοκοινωνικούς κινδύνους, μεταξύ άλλων τους κινδύνους της βίας και παρενόχλησης, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής παρενόχλησης και να λαμβάνει μέτρα για την πρόληψη, τον έλεγχο και περιορισμό αυτών. [2]

7.Ο εργοδότης εφαρμόζει τα μέτρα που προβλέπονται στην παράγραφο 5, βάσει των ακόλουθων γενικών αρχών πρόληψης:

α) αποφυγή των κινδύνων,

β) εκτίμηση των κινδύνων που δεν μπορούν να αποφευχθούν,

γ) προσαρμογή της εργασίας στον άνθρωπο, ειδικότερα όσον αφορά τη διαμόρφωση των θέσεων εργασίας, καθώς και την επιλογή των εξοπλισμών εργασίας και των μεθόδων εργασίας και παραγωγής, προκειμένου ιδίως να μετριασθεί η μονότονη και ρυθμικά επαναλαμβανόμενη εργασία και να μειωθούν οι επιπτώσεις της στην υγεία,

δ) αντικατάσταση του επικινδύνου από το μη επικίνδυνο ή το λιγότερο επικίνδυνο,

ε) προγραμματισμός της πρόληψης με στόχο ένα συνεκτικό σύνολο που να ενσωματώνει στην πρόληψη την τεχνική, την οργάνωση της εργασίας, τις συνθήκες εργασίας, τις σχέσεις μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και την επίδραση των παραγόντων του περιβάλλοντος στην εργασία,

στ) καταπολέμηση των κινδύνων στην πηγή τους,

ζ) προτεραιότητα στη λήψη μέτρων ομαδικής προστασίας σε σχέση με τα μέτρα ατομικής προστασίας, η) προσαρμογή στις τεχνικές εξελίξεις και

θ) παροχή των κατάλληλων οδηγιών στους εργαζομένους.

8.Με την επιφύλαξη των άλλων διατάξεων του παρόντος κώδικα, ο εργοδότης οφείλει, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των δραστηριοτήτων της επιχείρησης:

α) Να εκτιμά τους κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων, μεταξύ άλλων κατά την επιλογή των εξοπλισμών εργασίας, των χημικών και βιολογικών παραγόντων ή παρασκευασμάτων, κατά τη διαρρύθμιση των χώρων εργασίας, καθώς και τους κινδύνους τους συναφείς με την παραγωγική διαδικασία. Η εκτίμηση αυτή είναι γραπτή και συντάσσεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 43. Μετά την εκτίμηση αυτή, οι δραστηριότητες πρόληψης και οι μέθοδοι εργασίας και παραγωγής που χρησιμοποιούνται από τον εργοδότη πρέπει να εξασφαλίζουν τη βελτίωση του επιπέδου προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων και να ενσωματώνονται στο σύνολο των δραστηριοτήτων της επιχείρησης και σε όλα τα επίπεδα της ιεραρχίας.

β) Όταν αναθέτει καθήκοντα σ' έναν εργαζόμενο, να λαμβάνει υπόψη τις ικανότητες του εν λόγω εργαζομένου σε θέματα ασφάλειας και υγείας.

γ) Να μεριμνά ώστε ο προγραμματισμός και η εισαγωγή νέων τεχνολογιών να αποτελούν αντικείμενο διαβούλευσης με τους εργαζομένους και τους εκπροσώπους τους, όσον αφορά στις συνέπειες της επιλογής του εξοπλισμού, στις συνθήκες εργασίας, καθώς και στο εργασιακό περιβάλλον για την ασφάλεια και υγεία των εργαζομένων.

δ) Να φροντίζει ώστε να έχουν πρόσβαση στις ζώνες σοβαρού και ειδικού κινδύνου μόνο οι εργαζόμενοι που έχουν λάβει τις κατάλληλες οδηγίες.

9.Με την επιφύλαξη των άλλων διατάξεων του παρόντος κώδικα, όταν πολλές επιχειρήσεις μοιράζονται τον ίδιο τόπο εργασίας, οι εργοδότες οφείλουν να συνεργάζονται για την εφαρμογή των διατάξεων σχετικά με την ασφάλεια, την υγεία και την υγιεινή και λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των δραστηριοτήτων να συντονίζουν τις δραστηριότητές τους για την προστασία των εργαζομένων και την πρόληψη των επαγγελματικών κινδύνων, να αλληλοενημερώνονται και να ενημερώνει ο καθένας τους υπ' αυτόν εργαζομένους και τους εκπροσώπους τους για τους κινδύνους αυτούς. Την ευθύνη συντονισμού των δραστηριοτήτων αναλαμβάνει ο εργοδότης που έχει υπό τον έλεγχο του τον τόπο όπου εκτελούνται εργασίες, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που έχουν γίνει ειδικές ευνοϊκότερες νομοθετικές ρυθμίσεις.

10.Τα μέτρα για την ασφάλεια, την υγεία και την υγιεινή κατά την εργασία σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγονται την οικονομική επιβάρυνση των εργαζομένων.

 

889 εμφανίσεις

Σχόλια